αποβάθρα


αποβάθρα
Σανίδα ή σκάλα που ενώνει το πλοίο με την ξηρά και χρησιμεύει για την επιβίβαση ή την αποβίβαση των επιβατών. Υπάρχουν επίσης α. για τη φόρτωση ή την εκφόρτωση των εμπορευμάτων με τα αναγκαία ειδικά σύνεργα για εργασίες του είδους, καθώς και αποθήκες. Α. λέγονται επίσης και οι χώροι αναμονής των επιβατών που διαθέτουν ζαχαροπλαστεία, εστιατόρια κ.ά. Οι σιδηροδρομικές α. είναι τεχνητές κλίσεις του εδάφους, που φτάνουν έως τις πόρτες των βαγονιών. Στις ναυτικές α. η ποικιλία είναι βέβαια μεγαλύτερη και περιλαμβάνει σανίδες, σκάλες, σχεδίες με μόνιμες εγκαταστάσεις ή πρόσκαιρες, τοποθετημένες μεταξύ πλοίου και ξηράς. Η α. των υδροπλάνων ονομάζεται αερόσκαλα.
* * *
η (AM ἀποβάθρα)
σανίδα ή κινητή σκάλα που χρησιμεύει για την επιβίβαση ή αποβίβαση των επιβατών των πλοίων
νεοελλ.
χώρος με διαμόρφωση κατάλληλη για την επιβίβαση ή αποβίβαση ανθρώπων ή εμπορευμάτων σε πλοία και σιδηροδρόμους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απο-* + βάθρα (η), παράλληλος τ. του βάθρον < βαίνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποβάθρα — ἀποβάθρᾱ , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem nom/voc/acc dual (ionic) ἀποβάθρᾱ , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόβαθρα — sacrifices on disembarkation neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάθρᾳ — ἀποβάθραι , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem nom/voc pl (ionic) ἀποβάθρᾱͅ , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απόβαθρα — Σανίδα ή σκάλα που ενώνει το πλοίο με την ξηρά και χρησιμεύει για την επιβίβαση ή την αποβίβαση των επιβατών. Υπάρχουν επίσης α. για τη φόρτωση ή την εκφόρτωση των εμπορευμάτων με τα αναγκαία ειδικά σύνεργα για εργασίες του είδους, καθώς και… …   Dictionary of Greek

  • αποβάθρα — η μέρος κατάλληλα διασκευασμένο για την επιβίβαση και αποβίβαση ανθρώπων σε πλοία ή σιδηροδρόμους, ή τη φόρτωση πραγμάτων: Στην αποβάθρα τούς περίμεναν οι γονείς τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποβάθρα — [аповатра] ουσ. Θ. сходни,трап …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀποβάθρας — ἀποβάθρᾱς , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem acc pl (ionic) ἀποβάθρᾱς , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάθραι — ἀποβάθρα ladder for disembarking fem nom/voc pl (ionic) ἀποβάθρᾱͅ , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάθραν — ἀποβάθρᾱν , ἀποβάθρα ladder for disembarking fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • και — γε καί... γε (Α) βλ. και (Ι). (I) ή κι πριν από φωνήεν ή δίφθογγο (AM καί, με κράση πριν από λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο: «χοί» καὶ οἱ, «κἀγώ» καὶ ἐγώ) (σύνδ.) 1. συμπλεκτικός, συνδέει κατά παράταξη δύο ή περισσότερες έννοιες, λέξεις,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.